Έχουμε Σύστημα Ποινικής Δικαισύνης εχθρικό προς το θύμα

0
101

 

του Παναγιώτη Παπαϊωάννου,

δικηγόρου Αθηνών Δρ. Εγκληματολογίας

 

 

 

Με αφορμή την υπόθεση των δημοσίων καταγγελιών Μπεκατώρου, χρήσιμο είναι όσοι συλλειτουργούμε στο Σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης να μπορούμε να διατυπώσουμε ορισμένες αλήθειες, που νοηματοδοτούν το πολλές φορές στεγνό και ανούσιο γράμμα του νόμου. Αφορμή το πολυσυζητημένο «γιατί το θυμήθηκε τώρα;» που παρατηρούμε στο δημόσιο διάλογο να απευθύνεται, εμμέσεως ή εμμέσως, προς την καταγγέλλουσα.

Ας ξεκινήσουμε με το τί συνιστούν τα καταγγελλόμενα. Με τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο Ν. 4637/2019 στο άρθρο 336 παρ. 1 του Π.Κ. αυστηροποιήθηκε το πλαίσιο ποινής του εγκλήματος του βιασμού -ήταν η κάθειρξη [5-20 έτη] και πλέον είναι «κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών» [ήτοι 10 έως και 15 έτη – βλ. και αρ. 52 παρ. 2 του Π.Κ.]- υπό την έννοια ότι αυξήθηκε το κατώτατο όριο της ποινής. Όμως η πραγματικά καινοτόμος μεταρρύθμιση έχει γίνει στον ορισμό της πράξης του βιασμού με την προσθήκη της παραγράφου 4 στο αρ. 336 Π.Κ., σύμφωνα με την οποία τελείται βιασμός και όταν κάποιος, πέραν των περιπτώσεων χρήσης σωματικής βίας ή απειλής, επιχειρεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος. Ως συναίνεση, για την ερωτική συνεύρεση υπό οποιαδήποτε μορφή και αν αυτή τελείται, νοείται «η εκούσια και συνεχιζόμενη συμφωνία συμμετοχής σε μία συγκεκριμένη σεξουαλική δραστηριότητα, που μπορεί να ανακληθεί ελεύθερα οποιαδήποτε στιγμή». Σύμφωνα, δε, με την πρόσφατη εθνική νομολογία, προϋποθέσεις για την ύπαρξη συναίνεσης είναι «α) η γνησιότητα της βούλησης, δηλαδή ο συναινών να έχει επίγνωση και η απόφασή του να είναι προϊόν ελεύθερης επιλογής, β) η προϋπαρξη της συναίνεσης σε σχέση με την πράξη και η μη ανάκλησή της, γ) η θετική κατάφαση και όχι η απλή ανοχή, δ) η εξωτερίκευση της συναίνεσης με οποιονδήποτε τρόπο και ε) η γνώση του δράστη περί της ύπαρξής της» (Βλ. μ.α., Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ. Βόλου, 253/2019, σε Ποιν. Δικ., τ. 1/2020,  Ενότητα Γ΄ Εθνική Νομολογία)

 

Κατά συνέπεια, αν η καταγγελλόμενη πράξη συνέβαινε σήμερα, θα μπορούσε να συγκροτήσει το αδίκημα του βιασμού. Όμως κατά το χρόνο των καταγγελομένων, όχι. Σε κάθε, δε, περίπτωση, ακόμη και αν η καταγγελλόμενη συμπεριφορά είχε και τότε τα στοιχεία αδικήματος, αυτό σήμερα θα είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή («αρ. 111 Π.Κ. : τα κακουργήματα παραγράφονται μετά είκοσι έτη αν ο νόμος προβλέπει γι΄αυτά την ποιινή της ισόβιας κάθειρξης και μετά δεκαπέντε, σε κάθε άλλη περίπτωση […]»).

 

‘Άλλο είναι το πραγματικό νόημα της δημόσιας καταγγελίας και άλλα αυτά που θα πρέπει να αναδείξουμε σε απάντηση του δημαγωγικού «γιατί το θυμήθηκε τώρα».

 

Πρώτον, το ότι η υπαινισσόμενη αμφισβήτηση της αλήθειας μιας «καθυστερημένης» καταγγελίας για βιασμό ή γενικώτερα αδίκημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας αντίκειται στα δεδομένα της επιστήμης. Η βιβλιογραφία και η διεθνής νομολογία καταγράφει ότι ο παραβάτης (όποιος προσβάλλει κάποιο από τα δικαιώματα περί την γενετήσια αυτοδιάθεση ενηλίκου ή ανηλίκου, ιδίως καταχρώμενος σχέση εργασιακής ή άλλης εξάρτησης την οποία έχιε μαζί του το θύμα) γνωρίζει ή διαισθάνεται, ως αρπακτικό, ότι με τη συμπεριφορά του το θύμα, άνδρας αλλά ιδίως γυναίκα, θα αιφνιδιαστεί και οπωσδήποτε θα παγιδευθεί. Το θύμα θα αργήσει να μιλήσει, πολλές φορές χρόνια ολόκληρα. Αυτό είναι μέρος της τυπολογίας των συγκεκριμένων αδικημάτων, είναι ο κ α ν ό ν α ς (Βλ. μ.α., Α. Μαγγανά, Δ. Σορβατζιώτη (Επιμέλεια), Δράστες Σεξουαλικών Εγκλημάτων – Το Έγκλημα και η Ποινή, Νομική Βιβλιοθήκη 2013 και Amanda Konradi (1996), Preparing to Testify: Rape Survivors Negotiating the Criminal Justice Processσε Gender and Society, Vol. 10, No. 4 -Aug., 1996), pp. 404-432 (29 pages), Sage Publications, Inc.).

 

Δεύτερον, ότι το Σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης που διαθέτουμε (ως Σ.Π.Δ. ορίζεται η θεσμική αλυσίδα που ξεκινά από την αστυνομία, περνά από Εισαγγελία, δικαστές προδικασίας, Δικαστήρια και των δύο βαθμών, Άρειο Πάγο και Σωφρονιστικό Σύστημα [Φυλακές]) δυστυχώς παρουσιάζεται εχθρικό για το θύμα των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Είναι φτιαγμένο έτσι ώστε, μηχανιστικά και για λόγους ιδίως αυτοσυντήρησής του, να διανέμει και όχι να απονέμει  την δικαιοδοτική εξουσία που κατά δημοκρατική νομιμοποίηση κατ’ αποκλειστικότητα του έχει ανατεθεί (παρά τις φωτεινές εξαιρέσεις, συνηθέστατα το κάνει με μέτρια επιστημονική τεκμηρίωση, αφασικά, εν πολλοίς ανέλεγκτα, ακόμη και επιλεκτικά). Αυτή είναι μια συστημική παρατήρηση που η πλειοψηφία των μαχομένων δικηγόρων θα μπορούσαν να καταθέσουν. Στο πλαίσιο αυτό, το Σύστημα, διανέμοντας δικαιοσύνη, αναπτύσσει ορισμένες εξωνομικές και αντιεπιστημονικές εφαρμοστικές περί το νόμο αντιλήψεις, τις οποίες χειρίζεται για να “κάνει τη δουλειά του”. Δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, τις διαχέει και στο κοινωνικό σώμα, εμποτίζοντας ή δανειοδοτώντας με αυτές τα μυαλά ειδικών και ανειδίκευτων με σχετική ευκολία. Μια από αυτές τις εφαρμοστικές λογικές, πιθανόν η πιο νοσηρή, γνωρίζει μεγάλη εξάπλωση τα τελευταία περίπου 20 χρόνια: είναι η βίαιη μετατόπιση στο θύμα της κοινωνικής ευθύνης για το αδίκημα το οποίο το ίδιο υπέστη. Είναι αυτό το «και γιατί το λές τώρα;», που συναρτάται άρρηκτα, στην ουσία γίνεται συνώνυμο, με το «εσύ φταις γι’ αυτό που ισχυρίζεσαι ότι σου συνέβη – και σιγά μ η ν μ π ο ρ έ σ ε ι ς να αποδείξεις ότι σου συνέβη». Για την ακρίβεια γίνεται ένα «προσπάθησε να αποδείξεις ότι αυτό που ισχυρίζεσαι σου συνέβη και θα μας βρεις -εμάς, το Σ.Π.Δ.- απέναντί σου και δεν έχεις ιδέα τί σε περιμένει». Αυτή η παγιωμένη αντίληψη, ειδικά στα αδικήματα περί την γενετήσια ελευθερία, έχει εδώ και πολλά χρόνια την ποιότητα άγραφης πρακτικής, όταν το θύμα τολμήσει να απευθυνθεί στο σύστημα, όπως κατά νόμον δικαιούται. «Γιατί δεν το είπες αμέσως; Γιατί το θυμήθηκες τώρα; Γιατί δεν είπες “όχι” εκείνη τη στιγμή; Γιατί δεν το ανέφερες στις αρχές; Ενήλικη ήσουν!». Το πράγμα γίνεται ακόμη χειρώτερο, στην ουσία εφιαλτικό, όταν το θύμα είναι ανήλικο. «Τα παιδιά σ΄αυτή την ηλικία τα φαντάζονται». «Του τα είπε η μαμά του να τα πει, του τα υπαγόρευσε». «Δεν τα είπε με τον ίδιο τρόπο, παρέλειψε μερικά». «Τα είπε με τον ίδιο τρόπο, έβαλε και λεπτομέρειες, άρα λέει ψέμματα». «Αφού είπε δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, δεν υπάρχει βεβαιότητα για την τέλεση των πράξεων». ‘Απειρα τα βουλεύματα και οι αποφάσεις με τεκμηρίωση επιπέδου Ντόναλντ Ντακ, τα οποία μεγεθύνουν το σκοτεινό αριθμό των συγκεκριμένων εγκλημάτων, αν ποτέ δινόταν η ερευνητική δυνατότητα να καταγραφούν. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο βιασμός, λ.χ., είναι αδίκημα που είναι κλασσική περίπτωση αδικήματος «σκοτεινού αριθμού»: από τους περίπου 200 κατ’ έτος που καταγγέλλονται, εκτιμάται ότι υπάρχει σκοτεινός αριθμός που φθάνει σε αριθμό τους 4.500 (https://www.grtimes.gr/ellada/apokalyptika-stoicheia-gia-toys-viasmoys-stin-ellada-ereyna?_route_=ellada/apokalyptika-stoicheia-gia-toys-viasmoys-stin-ellada-ereyna, https://www.thetoc.gr/koinwnia/article/i-statistiki-kai-to-profil-twn-biastwn-stin-ellada/, https://www.iefimerida.gr/news/378751/pano-apo-4500-viasmoi-stin-ellada-kathe-hrono-liges-kataggelies)

 

 

Δυστυχώς, στην πλειοψηφία τους, οι άνθρωποι που επανδρώνουν τα υποσυστήματα ποινικής δικαιοσύνης είναι απρόθυμοι να διαχειριστούν θυματολογικώς ορθά το έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και τούτο γιατί κατά κανόνα πρόκειται για ανειδίκευτο, βαθιά προκατειλημμένο και στυγνά γραφειοκρατικό προσωπικό. Το οποίο συχνά δείχνει να λησμονεί τον πρώτιστο κανόνα του λειτουργήματος: όταν επιτελεί κανείς το καθήκον του (ως ανακριτικός υπάλληλος, εισαγγελέας, γραμματέας, δικαστής, ακόμη και ως γιατρός, πραγματογνωμονας, κοινωνικός λειτουργός, ψυχίατρος ή ιατροδικαστής) είναι υποαποδοτικό και ατελέσφορο να επιδεικνύει επιμέλεια ίση ή ανάλογη με αυτήν με την οποία χειρίζεται τις προσωπικές του υποθέσεις και μάλιστα με οδηγό όχι τα διδάγματα της επιστήμης, αλλά τις «δικές του αντιλήψεις». Απαιτείται από κάθε θέση καθήκοντος επιμέλεια σαφώς μεγαλύτερη. Απαιτείται να είναι σε ετοιμότητα, υπεύθυνοι, αποτελεσματικοί και με κρίση ακονισμένη συγχρόνως τόσο από επιστήμη όσο και από κοινωνική εμπειρία και όχι βουλιαγμένη στην απωθητική δυσκινησία του γραφειοκράτη που σταυροκοπιέται «επειδή ευτυχώς κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί στον ίδιο ή την οικογενειά του».

 

Στα τρομακτικά δικαιοπολιτικά κενά που αφήνουν τέτοιες εφαρμοστικές αντιλήψεις, παρεισφρύει και η στρέβλωση που ενισχύεται από μερίδα του νομικού κόσμου που σπεύδει σχεδόν πάντα όταν καταγγέλλεται αδίκημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας να θυμίσει: “Να μην καταδικάζουμε τον καταγγελλόμενο, έχει οικογένεια, δεν έχει γίνει δίκη, παραβιαζουμε τα δικαιώματά του, δεν το επιτρέπει ο νομικός μας πολιτισμός”. Εν προκειμένω, δε, σπεύδουν να προσθέσουν: «Δεν υπάρχει αδίκημα, ακόμη κι αν είχε γίνει κάτι, έχει παραγραφεί. Και να μας πει η καταγγέλουσα, γιατί το θυμήθηκε τώρα;». Υπόμνηση η οποία προφανώς και είναι επί της αρχής σωστή, μόνον όμως αν έχει επιλέξει κανείς να παραβλέψει εντελώς το ποιά είναι η ιδιάζουσα δυναμική των αδικημάτων αυτών.

 

Στα αδικήματα αυτά το θύμα συνήθως αρκείται να ζητήσει παρηγοριά ή ψυχολογική υποστήριξη και να προσπαθήσει πρώτο να αρνηθεί αυτό που του συνέβη για να μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του. Θα υποχρεωθεί το ίδιο να σταθμίσει αν θα αντιδράσει, ζυγίζοντας τις συνέπειες που θα έχει γι’ αυτό η αποκάλυψη ενός δυσαπόδεικτου γεγονότος σε προσωπικό, επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο. «Οι γονείς μου, αν το μάθαιναν θα με σταματούσαν από αυτό που αγαπούσα», είπε η καταγγέλουσα. Και σωστά: Σχηματικά μιλώντας και με απόσταση από πρόσωπα και παράγματα, όσο ο x καταγγελλόμενος θα καλύπτετο από το τεκμήριο της αθωότητας, η ομάδα της θα διαλυόταν, η ομοσπονδία δεν θα χρηματοδοτείτο, άνθρωποι θα έχαναν τη δουλειά τους, η οικογένειά της θα δοκιμαζόταν, η σχέση με τον άνθρωπό της πιθανόν να τελείωνε υπό το βάρος της δημοσιοποίησης ενός τέτοιου γεγονότος, το ίδιο και η καρριέρα της. Αν ακολουθούσε ακόμη και με ευλάβεια τη δικαστική οδό, αν έβρισκε το σθένος και τα χρήματα να το κάνει, αν άντεχε στις ασφυκτικές πιέσεις να ανακαλέσει τα καταγγελλόμενα, με ανταλλάγματα, απειλές ή και χωρίς (κάτι το οποίο αν κανείς δεν είναι υποκριτής πρέπει να καταθέσει ότι τουλάχιστον επιχειρείται, στις περιπτώσεις αυτές), πολύ πιθανό μετά από περίπου 10 χρόνια (δηλαδή γύρω στο 2008) να έβλεπε τον καταγγελλόμενο να αθωώνεται λόγω αμφιβολιών, χωρίς η ίδια ούτε μέρα να είχε ξεφορτωθεί το στίγμα «τά’ θελε, αν δεν ήθελε, ας έλεγε όχι», το οποίο καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια πιθανολογείται έντονα ότι θα θόλωνε, αν όχι δηλητηρίαζε, την αντιμετώπισή της από όλους του κόμβους του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης : από τον προανακριτικό υπάλληλο, τον ιατροδικαστή (που δε θα έβρισκε ευρήματα αντίστασης, γιατί δεν υπήρχε βία, υπήρχε κατάχρηση, συμπεριφορική συνθήκη που δεν αφήνει σωματικά ίχνη) ως και τον ή την Ανακριτή, τον ή την Εισαγγελέα και τους δικαστές.

 

Και τρίτον, ότι τα διακυβεύματα που έχει θέσει στον έλληνα δικαστή, ο Νέος Ποινικός Κώδικας, ειδικά για τα εγκλήματα περί γενετήσιας ελευθερίας, είναι άλλα και μάλιστα σοβαρά: Μπορεί στο βιασμό να αυστηροποίησε το πλαίσιο ποινής και να περιέλαβε στην αντικειμενική του υπόσταση και πράξεις που δεν [εριλαμβάνουν βία ή απειλή, όμως, σε άλλα άρθρα, αντικαθιστώντας την έννοια της «ασελγούς πράξης» με τον όρο «γενετήσια πράξη» και τιμωρώντας ως πλημμελλήματα όλες τις οριζόμενες ως «γενετήσιου χαρακτήρα» πράξεις (δηλαδή τις «συµπεριφορέςή χειρονοµίες, οι οποίες κατά την κοινή αντίληψη υπαινίσσονται ή καταδεικνύουν ή παρωθούν σε γενετήσιες πράξεις»), αφήνει ένα τεράστιο πεδίο για ήπια μεταχείριση των λεγόμενων «σεξουαλικών παραβατών». Αγνοώντας το αποδεδειγμένο (βλ., μ.α. Μαγγανά – Σορβατζιώτη, οπ. ανωτ.) ότι αποτρεπτικά για τον υποψήφιο δράστη δεν λειτουργεί μια ονομαστικά αυστηρή ποινή, αλλά η συνολική αίσιθηση που αποκομίζει για το αν το Σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης που θα τον διώξει είναι ικανό, ταχύ και του αφήνει ελάχιστα περιθώρια ελιγμών.

……………………………………………………..

Ο Παναγιώτης Γ. Παπαϊωάννου είναι μαχόμενος Δικηγόρος Αθηνών, διδάκτωρ Εγκληματολογίας. συγγραφέας των βιβλίων «Ανθρωποκτόνοι Κατά Συρροή και κατ’ Εξακολούθηση (Serial Killers & Mass Murderers) – το Ελληνικό Παράδειγμα», Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2013 και «Εγκλήματα Ζηλοτυπίας – Εγκληματολογική Θεώρηση και Νομολογία», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη 2001.